Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για μια ιστορία που μοιάζει με ανέκδοτο, αλλά δεν είναι: Ενας συνταξιούχος, ένας πρώην εκτελωνιστής, ένας ιδιοκτήτης καθαριστηρίου, ένας δάσκαλος, αυτοί που διοικούν την διαιτησία και καθορίζουν την μοίρα του ποδοσφαίρου και των εκατομμυρίων του.
Στη διάρκεια της φετινής σεζόν παρακολουθώ πιο στενά από ποτέ συγχρόνως τα τέσσερα κορυφαία ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, την Premier League, τη La Liga, την Bundesliga και τη Serie A. Κι είναι αμέτρητα τα σοβαρά λάθη διαιτητών που έχω συναντήσει μπροστά μου. Και όχι μόνο λάθη τα οποία αντιλαμβάνομαι ως ανθρώπινα, αλλά και πολλά λάθη τα οποία χαρακτηρίζω, για να συνεννοηθούμε, “ελληνικά”. Δηλαδή λάθη επιρροής, νταραβεριού, επιλογές διαιτητών και βοηθών που είτε πηγαίνουν με το ρεύμα, προς τα εκεί που φυσά ο αέρας είτε μοιάζει να κάνουν συνειδητά το λάθος για να επηρεάσουν ή και να καθορίσουν αποτέλεσμα.

Για να μην πάω μακριά και “χαθώ”, θα σου μιλήσω μόνο για όσα είδα αυτό το Σαββατοκύριακο. Γκούγκλαρε να μάθεις τι έγινε στο Μπέτις – Μπιλμπάο. Ο ορισμός της έννοιας “σφαγή” στο ποδόσφαιρο. Μετά κοίτα ένα καθαρό πέναλτι που δεν έδωσε ο διαιτητής στην Τορίνο, στο ντέρμπι με την Γιουβέντους. Παραδείγματα που σε οδηγούν αμέσως στον “τι θα λέγαμε αν είχε γίνει αυτό στην Ελλάδα;” συνειρμό, τον οποίο έχω κάνει αμέτρητες φορές, όπως όλοι οι συνάδελφοί μου που περιγράφουν τα παιχνίδια για τον ΟΤΕ TV, βλέποντας παιχνίδια στα οποία ευνοούνται οι Μπαρτσελόνα, Ρεάλ, Μπάγερν, Γιουβέντους, Σίτι, Αρσεναλ, Γιουνάιτεντ κ.α. . Πολλά από τα “κρούσματα” είναι υποθέσεις που βγάζουν μάτι. Καθαρά πέναλτι που δεν δίνονται, μαϊμού πέναλτι που δίνονται, καθαρά γκολ που ακυρώνονται με υποδείξεις – επινοήσεις, γκολ που δεν μπήκε ποτέ αλλά μέτρησε κ.λ.π. .

Γκρινιάζουν και μιζεριάζουν λιγότερο οι Ευρωπαίοι συγκριτικά με εμάς για το power game της διαιτησίας και τον βαθμό που αυτό επηρεάζει ή και καθορίζει την εξέλιξη και την κατάληξη των πρωταθλημάτων και τελικώς την μοίρα των ομάδων, ή έτσι νομίζουμε επειδή δεν ζούμε στον τόπο διεξαγωγής αυτών των πρωταθλημάτων και έχουμε από μακριά την εντύπωση ότι το δικό μας πρωτάθλημα είναι περισσότερο δηλητηριασμένο από τα υπόλοιπα; Η απάντηση είναι σύνθετη, επειδή το ζήτημα δεν είναι απλό. Σε αυτό το σημείωμα πιάνω μόνο την “τι κάνει το ίδιο το πρωτάθλημα για να προστατέψει τη φήμη του” διάσταση.

Οι Ιταλοί έχουν βάλει 5 διαιτητές, δηλαδή έχουν προσθέσει τους βοηθούς περιοχής. Κι έχουν στείλει σπίτι ένα σωρό διαιτητές που έχουν κάνει σοβαρά λάθη στη διάρκεια της τελευταίας 3ετίας. Στην Αγγλία οι διαιτητές πληρώνονται παραπάνω από αδρά ώστε να προληφθούν οι εξαρτήσεις και να μη ζουν οι διαιτητές ευάλωτοι σε αυτό το παιχνίδι των εκατομμυρίων που παίζεται πάνω στα ματς της Premier League. Την ίδια ώρα που το ίδιο το πρωτάθλημα έχει επιβάλλει στα μέλη του να κόψουν την δημόσια κουβέντα για τη διαιτησία. Στη Γερμανία οι διαιτητές περνούν από υψηλή εκπαίδευση και δεν παίρνουν το σήμα κυκλοφορίας στο πρωτάθλημα αν δεν έχουν την πιστοποιημένη ικανότητα να σφυρίξουν, η οποία προκύπτει από σοβαρά τεστ, τα οποία περνούν μόνο οι ικανοί και όχι οι “σπρωχτοί”. Τα πρωταθλήματα διαρκώς προσθέτουν φίλτρα για τις αποφάσεις των διαιτητών, πρωτίστως για να δημιουργούν στον θεατή την αίσθηση ότι προσπαθούν να ελέγξουν τους διαιτητές και να τιμωρήσουν τους παραβάτες αλλά και να διορθώσουν όσα λάθη διορθώνονται στην απονομή δικαιοσύνης. Χρησιμοποιούν την τεχνολογία ( π.χ.: goal line technology), στήνουν επιτροπές για να εξετάζουν το βίντεο του αγώνα και να διορθώνουν ή να ελαφραίνουν/επιβάλλουν τιμωρίες που επιβάλλονται/δεν επιβάλλονται σε ποδοσφαιριστές για την συμπεριφορά τους. Και επενδύουν πολύ πάνω σε κινήσεις που πείθουν ότι οι διαιτητές εκπαιδεύονται καλύτερα, αμείβονται καλύτερα, ελέγχονται πιο μεθοδικά και κόβονται ή ανελίσσονται με αδιάβλητα κριτήρια.

Στην Ελλάδα, η Superleague επιλέγει να κρύβει κάτω απ’ το χαλί μια έρευνα που της έδειξε ότι ένας εκ των βασικότερων λόγων για να την αποστρέφονται οι Ελληνες είναι η κακή της φήμη για τη διαιτησία της. Ζει με την ανησυχία ότι δεν μπορεί να εξελιχθεί και να αναπτυχθεί όσο οι επιχειρηματίες της συνάπτουν ή χαλάνε τις επιχειρηματικές τους σχέσεις από ένα πέναλτι περισσότερο ή λιγότερο, και περιμένει από την ΕΠΟ να καθαρίσει με την μπουγάδα της διαιτησίας. Ποια ΕΠΟ; Αυτή που όχι μόνο δεν έχει κάνει το ελάχιστο για να μας πείσει ότι έχει βάλει καθαρά και αδιάβλητα φίλτρα στην διαδικασία εξέλιξης και ανέλιξης των διαιτητών, αλλά συνεχίζει να κάνει το ακριβώς αντίθετο. Ολα όσα αφορούν την ελληνική διαιτησία και το καθεστώς της λειτουργίας της κρύβονται με ένα χοντρό μαύρο πέπλο.

Προσέξτε τι ζήτησε επιτακτικά από την ΕΠΟ ο διευθυντής διοργανώσεων της UEFA Τζόρτζιο Μαρκέτι προ μηνός. Σε μια σειρά από αιτήματα, το πρώτο που ζήτησε, στην επιστολή που δημοσιοποίησε η ΕΠΟ ήταν το εξής: “Δημιουργία ενός οργανωτικού πίνακα-διαγράμματος με σαφείς καθορισμένες αρμοδιότητες για την ΚΕΔ και τις τοπικές Επιτροπές Διαιτησίας”. Με απλά λόγια, ούτε η UEFA δεν ξέρει ποια ακριβώς είναι η κυρία ΚΕΔ, πώς λειτουργεί και πώς “διοικείται”.

Σκέψου ότι τους διαιτητές των επαγγελματικών κατηγοριών, δηλαδή τους ανθρώπους που καθορίζουν την μοίρα του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, τους κρίνουν/διοικούν/ορίζουν/ελέγχουν/ράβουν/ξηλώνουν πέντε άνθρωποι. Ενας πρόεδρος, ένας αναπληρωτής πρόεδρος και τρία μέλη. Ενας συνταξιούχος καθηγητής μαθηματικών, ένας αρχιφύλακας, ένας δάσκαλος, ένας πρώην εκτελωνιστής που πλέον δεν ασκεί το επάγγελμα, ένας ιδιοκτήτης καθαριστηρίου. Το ξέρω, σαν ανέκδοτο ακούγεται, αλλά αυτή είναι η σημερινή ελληνική ποδοσφαιρική πραγματικότητα, με μηνιαίο μισθό 3.500 ευρώ. Η ελληνική διαιτησία, πάνω στην οποία παίζονται ετησίως εκατοντάδες εκατομμύρια, είναι ζήτημα αυτού του ανεκδότου που γράφω παραπάνω. Ψάχνεις σ’ όλη την προχωρημένη Ευρώπη και διαπιστώνεις ότι η διαιτησία διοικείται από μάνατζερς υψηλότατης μόρφωσης, πολύ υψηλού επαγγελματισμού, με βιογραφικά που σε ζαλίζουν και κατάρτιση αδιανόητα υψηλή. Κοιτάζεις το οργανόγραμμά τους και αντιλαμβάνεσαι ότι η εκπαίδευση, η εξέλιξη και η προώθηση ενός διαιτητή κρίνεται από πολλούς που είναι και σχετικοί, μορφωμένοι. Νιώθεις ότι το σύστημα είναι λιγότερο διαβλητό, περισσότερο αξιοκρατικό και με πολύ περισσότερα “αντικειμενικά κριτήρια”. Και κάπου εκεί σταματάς την κουβέντα. Την κόβεις. Διότι έχεις μπροστά σου την απόδειξη της σύγκρισης ανάμεσα σ’ ένα ποδόσφαιρο που θέλει να πείθει, να σβήνει ή έστω να μικραίνει τις σκιές, να σε ψήνει ότι νοιάζεται να καθαρίσει ή να ζει μ’ όσο το δυνατόν λιγότερη διαφθορά και ένα ποδόσφαιρο που όχι απλώς επιμένει αλλά δίνει αγώνα για να μην αλλάξει και να μη φύγει από τα χέρια των λίγων.